ντελικάτος

(προωθήθηκε από ντελικάτο)
Μεταφράσεις

ντελικάτος

(deli'katos) αρσενικό

ντελικάτη

(deli'kati) θηλυκό

ντελικάτο

delicate, frail (deli'kato) ουδέτερο
επίθετο
1. λεπτός ντελικάτη κοπέλα
2. ευαίσθητος ντελικάτη υγεία
3. ευγενικός ντελικάτοι τρόποι
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close