ντύνομαι

Μεταφράσεις

ντύνομαι

dress, dressed, get ('dinome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. βάζω τα ρούχα μου Φεύγουμε, ντύσου.
2. μεταμφιέζομαι Ντύθηκα κλόουν.
3. καλύπτω Έντυσα τον καναπέ με μπλε ύφασμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close