νωπός

(προωθήθηκε από νωπό)
Μεταφράσεις

νωπός

(no'pos) αρσενικό

νωπή

(no'pi) θηλυκό

νωπό

damp, freshfrescofrischfraîchesversświeże新鲜新鮮טרי신선한färskaสด (no'pο) ουδέτερο
επίθετο
1. υγρός νωπά μαλλιά
2. φρέσκος νωπό κρέας
3. μεταφορικά πρόσφατος νωπές αναμνήσεις
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close