ξέπλυμα

Μεταφράσεις

ξέπλυμα

Geldwäsche洗钱洗錢הלבנתpenningtvätt ('kseplima)
ουσιαστικό ουδέτερο
η αφαίρεση σαπουνιού μετά το πλύσιμο το ξέπλυμα των ρούχων
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close