ξέσπασμα

Μεταφράσεις

ξέσπασμα

outbreak, access, burst, flurryنُشُوبُpropuknutíudbrudAusbruchbrotepuhkeaminenéruptionepidemijascoppio勃発돌발uitbarstingutbruddwybuchsurtoвспышкаutbrottการเกิดขึ้นอย่างรุนแรงและทันทีทันใดayaklanmasự bùng nổ爆发爆發פרוץ ('ksespazma)
ουσιαστικό ουδέτερο
εκδήλωση έντασης Δεν αντέχω τα ξεσπάσματά του.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close