ξεγλιστράω

Μεταφράσεις

ξεγλιστράω

(kseɣli'strao)

ξεγλιστρώ

(kseɣli'stro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. ξεφεύγω ξεγλιστράω μέσα από το πλήθος
2. μεταφορικά αποφεύγω δύσκολη κατάσταση ξεγλιστράω από δυσκολία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close