ξεγλιστράω

(προωθήθηκε από ξεγλιστρώ)
Μεταφράσεις

ξεγλιστράω

(kseɣli'strao)

ξεγλιστρώ

(kseɣli'stro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. ξεφεύγω ξεγλιστράω μέσα από το πλήθος
2. μεταφορικά αποφεύγω δύσκολη κατάσταση ξεγλιστράω από δυσκολία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close