ξεκινάω


Αναζητήσεις σχετικές με ξεκινάω: ξεκινώ
Μεταφράσεις

ξεκινάω

(kseci'nao)

ξεκινώ

(kseci'no)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αρχίζω ξεκινάω μαθήματα ξεκινάω τη μέρα μου

ξεκινάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. αρχίζω Το έργο ξεκινάει. Ξεκινάει νέα μέρα.
2. φεύγω από κάπου για να πάω αλλού ξεκινάω για τη δουλειά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close