ξεπερνάω

Μεταφράσεις

ξεπερνάω

(kseper'nao)

ξεπερνώ

(kseper'no)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. είμαι πιο καλός, αποδοτικός ξεπερνάω κπ στο τρέξιμο ξεπερνάω τις προσδοκίες κάποιου
2. είμαι πιο ψηλός Οι ζημιές ξεπερνούν τα 1000 ευρώ.
3. αντιμετωπίζω ξεπερνάω μια κρίσηένα πρόβλημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close