ξεπηδάω

Μεταφράσεις

ξεπηδάω

(ksepi'ðao)

ξεπηδώ

(ksepi'ðo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πετάγομαι με ορμή προς τα πάνω Από την τρύπα ξεπήδησε νερό.
2. εμφανίζομαι ξαφνικά Ξεπήδησαν από την κρυψώνα τους.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close