ξεφεύγω

Μεταφράσεις

ξεφεύγω

escape, get offيُفْلِتُvyváznoutslippedavonkommenlibrarseselvitäs'en tirerizbjećicavarsela降りる거의 벌을 받지 않다ontkomenslippe unnazejśćescaparотделатьсяslippa undanไม่โดนลงโทษinmekthoát được从轻处罚 (kse'fevɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. απομακρύνομαι από δυσάρεστη κατάσταση ξεφεύγω από τα χέρια κάποιου ξεφεύγω από κίνδυνο
2. μεταφορικά λέω κτ που δεν ήθελα να πω Μου ξέφυγε, συγγνώμη που το είπα.
3. μεταφορικά παραβλέπω Του ξέφυγαν λάθη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close