ξημερώνει

Μεταφράσεις

ξημερώνει

(ksime'roni)
ρήμα απρόσωπο (ρήμα)
όταν αρχίζει να φέγγει
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close