ξιδάτος

(προωθήθηκε από ξιδάτη)
Μεταφράσεις

ξιδάτος

(ksi'ðatos) αρσενικό

ξιδάτη

(ksi'ðati) θηλυκό

ξιδάτο

(ksi'ðato) ουδέτερο
επίθετο
που συντηρείται στο ξίδι ξιδάτο χταπόδι
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close