ξυλιασμένος

Μεταφράσεις

ξυλιασμένος

(ksiʎa'zmenos) αρσενικό

ξυλιασμένη

(ksiʎa'zmeni) θηλυκό

ξυλιασμένο

(ksiʎa'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει ξεπαγιάσει
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close