ξυλουργός

Μεταφράσεις

ξυλουργός

carpentermenuisierنـَجَّارtesařtømrerZimmermanncarpinteropuuseppätesarfalegname大工목수timmermansnekkerstolarzcarpinteiroплотникgrovsnickareช่างไม้marangozthợ mộc木匠Дърводелец木匠נגר (ksilur'ɣos)
ουσιαστικό αρσενικό
τεχνίτης που φτιάχνει ξύλινα αντικείμενα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close