ξύπνιος

Μεταφράσεις

ξύπνιος

('ksipɲos) αρσενικό

ξύπνια

('ksipɲa) θηλυκό

ξύπνιο

awakeéveillé, réveilléمُسْتَيْقِظprobuzenývågenwachdespiertohereillä olevabudansveglio眠らずに깨어 있는wakkervåkenprzebudzonyacordadoбодрствующийvakenตื่นuyanıkthức醒着的 ('ksipɲo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν κοιμάται Έμεινα ξύπνιoς όλη τη νύχτα.
2. μεταφορικά έξυπνος Αυτό το παιδί είναι πολύ ξύπνιο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close