οδήγηση

Μεταφράσεις

οδήγηση

conduitedrivingfahrenвождениеconduçãoالقيادة驾驶駕駛kørselajoנהיגה運転운전körning (o'ðiʝisi)
ουσιαστικό θηλυκό
η ικανότητα να οδηγεί κν επικίνδυνη οδήγηση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Οδήγηση 
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close