οδικός

(προωθήθηκε από οδικό)
Μεταφράσεις

οδικός

(oði'kos) αρσενικό

οδική

(oði'ci) θηλυκό

οδικό

routierRoadestradaالطريق도로ถนน (οði'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τους δρόμους το οδικό δίκτυο
οι κανόνες κατά την οδήγηση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close