οικειότητα

Μεταφράσεις

οικειότητα

familiarityintimidadIntimitätintimitàintimitéintimiteitintimidadeинтимностintimitetאינטימיות (ici'otita)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η αίσθηση του γνωστού, του γνώριμου αισθάνομαι οικειότητα με κπ
2. φιλικός τρόπος χαιρετάω κπ με οικειότητα έχω μεγάλη οικειότητα με κπμε κτ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close