οικιακός

(προωθήθηκε από οικιακή)
Μεταφράσεις

οικιακός

(icia'kos) αρσενικό

οικιακή

(icia'ci) θηλυκό

οικιακό

domestic, householdcasaaccueilдомHjemKotiHemบ้าน (icia'co) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με το σπίτι οι οικιακές συσκευές
που βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close