οικιακός

Μεταφράσεις

οικιακός

(icia'kos) αρσενικό

οικιακή

(icia'ci) θηλυκό

οικιακό

domestic, householdaccueilHemKotiдомบ้านHjemcasa (icia'co) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με το σπίτι οι οικιακές συσκευές
που βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close