οικογενειακός

(προωθήθηκε από οικογενειακό)
Μεταφράσεις

οικογενειακός

(ikoʝenia'kos) αρσενικό

οικογενειακή

(ikoʝenia'ci) θηλυκό

οικογενειακό

familyfamiliafamilial, de famillefamiliaFamiliefamigliaсемьяfamiliefamíliarodzinaсемейство家庭家庭rodinafamilieperhe家族가족familjครอบครัว (ikoʝenia'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με οικογένεια οικογενειακοί δεσμοί οικογενειακός φίλος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close