οικολογικός

(προωθήθηκε από οικολογικό)
Μεταφράσεις

οικολογικός

(ikoloʝi'kos) αρσενικό

οικολογική

(ikoloʝi'ci) θηλυκό

οικολογικό

ecologicalekologiaécologiqueبِيئيّekologickýøkologiskökologischecológicoekologinenekološkiecologico生態学の생태학의ecologischøkologiskekologicznyecológicoэкологическийekologiskเกี่ยวกับนิเวศวิทยาekolojikthuộc sinh thái học生态的 (ikoloʝi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την οικολογία οικολογική καταστροφή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close