ολόισιος

(προωθήθηκε από ολόισιο)
Μεταφράσεις

ολόισιος

(o'loisços) αρσενικό

ολόισια

(o'loisça) θηλυκό

ολόισιο

(o'loisço) ουδέτερο
επίθετο
τελείως ίσιος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close