ομοιογένεια

Μεταφράσεις

ομοιογένεια

homogeneityhomogénéitéhomogeneidadHomogenitätomogeneitàоднородностьhomogeniteithomogeneidadejednorodnośćхомогенностhomogenitetהומוגניות동질성homogenitet (omio'jenia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. έλλειψη ξένων στοιχείων στη σύσταση ομοιογένεια υλικών
2. ίση αναλογία στοιχείων σε έναν τομέα πολιτισμική γλωσσική ομοιογένεια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close