ομοιογενής

(προωθήθηκε από ομοιογενές)
Μεταφράσεις

ομοιογενής

(omioje'nis) αρσενικό-θηλυκό

ομοιογενές

homogéneo, homogêneohomogeneous (omioje'nes) ουδέτερο
επίθετο
που χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια ομοιογενής ομάδα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close