οπισθοδρομικός

(προωθήθηκε από οπισθοδρομική)
Μεταφράσεις

οπισθοδρομικός

(opisθoðromi'kos) αρσενικό

οπισθοδρομική

(οpisθoðromi'ci) θηλυκό

οπισθοδρομικό

rétrograderetrogressiveتراجعيةbakåtsträvande (opisθoðromi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που έχει ξεπερασμένες ιδέες οπισθοδρομική κοινωνία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close