οπισθοχωρώ

Μεταφράσεις

οπισθοχωρώ

retreatbattre en retraite, se retirer (opisθoxo'ro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
υποχωρώ Ο στρατός οπισθοχώρησε. Οπισθοχώρησα μπροστά στην επιμονή του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close