οπισθοχωρώ

Μεταφράσεις

οπισθοχωρώ

retreatbattre en retraite, se retirer (opisθoxo'ro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
υποχωρώ Ο στρατός οπισθοχώρησε. Οπισθοχώρησα μπροστά στην επιμονή του.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close