οπλισμός

Μεταφράσεις

οπλισμός

weaponry (opli'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
σύνολο όπλων που διαθέτει κν
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close