οπτικός

(προωθήθηκε από οπτικό)
Μεταφράσεις

οπτικός

(opti'kos) αρσενικό

οπτική

(οpti'ci) θηλυκό

οπτικό

(οpti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την όραση το οπτικό νεύρο
άποψη, σκοπιά

οπτικός

optician, visual, opticalبَصَرِيّ, نَظَّارَاتِيّoptik, zrakovýoptiker, visuelOptiker, visuelloculista, visualoptikko, visuaalinenopticien, visueloptičar, vizualanoculista, visivo眼鏡士, 視覚の시각의, 안경사opticien, visueeloptiker, visuelloptyk, wizualnyoftalmologista, visualзрительный, оптикoptiker, visuellที่เห็นได้, ผู้มีคุณสมบัติที่จะตรวจ ออกใบวัดและขายอุปกรณ์เกี่ยวกับสายตาgörsel, gözlükçüngười làm và bán đồ quang học, thuộc thị giác视觉的, 配镜师
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
αυτός που πουλάει γυαλιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close