οργανωμένος

(προωθήθηκε από οργανωμένη)
Μεταφράσεις

οργανωμένος

(orɣano'menos) αρσενικό

οργανωμένη

(οrɣano'meni) θηλυκό

οργανωμένο

organizedorganizadoorganisiertorganizadoنظمتzorganizowaneמאורגן조직 (οrɣano'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει εσωτερική δομή οργανωμένο σύστημα
2. σχεδιασμένος με τάξη και πρόβλεψη οργανωμένο σπίτι οργανωμένη επίθεση
3. που διακρίνεται για την τάξη και το σύστημά του οργανωμένος άνθρωπος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close