οργανωτής

(προωθήθηκε από οργανώτρια)
Μεταφράσεις

οργανωτής

(orɣano'tis) αρσενικό

οργανώτρια

OrganizerorganizadorVeranstalterorganisateurорганизаторorganisatorOrganizadorمنظمorganizator组织者組織者מארגן주최자 (orɣa'notria) θηλυκό
ουσιαστικό
αυτός που οργανώνει κτ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close