οριστικός

(προωθήθηκε από οριστικό)
Μεταφράσεις

οριστικός

(oristi'kos) αρσενικό

οριστική

(oristi'ci) θηλυκό

οριστικό

definite, definitive, indicativeمُحَدَّدjednoznačnýklarbestimmtdefinitivoehdotondéfinitifdefinitivanpreciso明確な명확한definitiefavgrensetokreślonydefinidoопределенныйbestämdแน่นอนkesinrõ ràng确切的окончателно (οristi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δεν αλλάζει πια οριστική απόφαση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close