ορκίζομαι

Μεταφράσεις

ορκίζομαι

swear, swore, sworn, vowjurerيَشْتِمُnadávatsværgefluchenjurar, Te lo jurokiroillapsovatigiurareののしる맹세하다vloekenbanneprzysiącdizer palavrões, xingar, Eu juroклястьсяsväraสบถküfretmekchửi thề宣誓, 我发誓Кълна се我發誓אני נשבע (or'cizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
δίνω όρκο Ορκίζομαι ότιπως δεν ξέρω τίποτα. Ο μάρτυρας ορκίστηκε.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close