ορμάω

Μεταφράσεις

ορμάω

(or'mao)

ορμώ

(or'mo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. επιτίθεμαι ορμάω πάνω σε κπ
2. πετάγομαι μπροστά Όρμησα προς την έξοδο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close