ορμή

Μεταφράσεις

ορμή

momentum, impact, impetuosity, impulse, rushélanimpulsoDynamikslancioимпульсMomentumинерцияmomentumโมเมนตัม (or'mi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. φόρα Βγήκε έξω με ορμή.
2. δύναμη Έκλεισε την πόρτα με ορμή.
3. η σεξουαλική επιθυμία στον πληθ. οι σεξουαλικές ορμές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close