ορμονικός

(προωθήθηκε από ορμονικό)
Μεταφράσεις

ορμονικός

(ormoni'kos) αρσενικό

ορμονική

(οrmoni'ci) θηλυκό

ορμονικό

hormonalhormonal (οrmoni'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με ορμόνες ορμονική διαταραχή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close