ορυκτό

Μεταφράσεις

ορυκτό

mineralominerai, minéralore, mineralمَعْدِنminerálmineralMineralmineralmineraalimineralminerale鉱物무기물mineraalmineralminerałmineralминералmineralแร่ธาตุmadenkhoáng sản矿物 (ori'kto)
ουσιαστικό ουδέτερο
υλικό που βρίσκεται στο φλοιό της γης
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close