ορφανός

Μεταφράσεις

ορφανός

(orfa'nos) αρσενικό

ορφανή

(οrfa'ni) θηλυκό

ορφανό

orphanorphelinсирак孤儿孤兒יתום孤児 (οrfa'no) ουδέτερο
επίθετο
που έχει χάσει έναν ή και τους δύο γονείς
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close