ουσία

Μεταφράσεις

ουσία

substance, essence, mattersubstance, matièreمَادَةlátkasubstansSubstanzsustanciaainetvarsostanza物質물질substantiestoffsubstancjasubstânciaвеществоämneสารmaddechất物质вещество物質 (u'sia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. συστατικό, στοιχείο θρεπτική ουσία
2. νόημα, περιεχόμενο βιβλίο που έχει ουσία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close