ουσιαστικός

(προωθήθηκε από ουσιαστική)
Μεταφράσεις

ουσιαστικός

(usiasti'kos) αρσενικό

ουσιαστική

(usiasti'ci) θηλυκό

ουσιαστικό

substantial, essentialضَرُورِيّnezbytnýessentielwesentlichesencialvälttämätönessentielključnoessenziale最も重要な근본적인essentieelvesentligzasadniczyessencialсущественныйväsentligซึ่งสำคัญzorunluthiết yếu必要的 (usiasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που έχει νόημα, σημαντικός ουσιαστική συζήτηση ουσιαστική διαφορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close