π

(προωθήθηκε από π)
Μεταφράσεις

π

p (p)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
πι, το δέκατο έκτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close