πάγωμα

Μεταφράσεις

πάγωμα

freezeзаморозитьbevriezencongelarتجميدzamrożenie冻结凍結fryseตรึง ('paɣoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η αλλαγή του υγρού σε στερεό λόγω ψύξης το πάγωμα των λιμνών
2. η στασιμότητα το πάγωμα των μισθών
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close