πέλμα

Μεταφράσεις

πέλμα

soleplante du pied, semelle ('pelma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. πατούσα ποδιού Τον γαργάλησε στo πέλμα.
2. εσωτερική πρόσθετη ορθοπαιδική σόλα βάζω πέλματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close