πένθιμος

(προωθήθηκε από πένθιμη)
Μεταφράσεις

πένθιμος

('penθimos) αρσενικό

πένθιμη

('penθimi) θηλυκό

πένθιμο

funereal, mournful ('penθimo) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με πένθος πένθιμα ρούχα
2. μεταφορικά λυπητερός, πολύ μελαγχολικός με πένθιμο ύφος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close