πίεση

Μεταφράσεις

πίεση

pressurepressionpresiuneضَغْطtlaktrykDruckpresiónpainepritisakpressione圧力압력druktrykkciśnieniepressãoдавлениеtryckความกดดันbasınçáp suất压力налягане壓力 ('piesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η δύναμη που εφαρμόζεται πάνω σε κτ η πίεση του νερού
2. ιατρική η ένταση ροής του αίματος στις αρτηρίες Μου ανέβηκε η πίεση.
3. ο εξαναγκασμός, το άγχος ασκώ πίεση σε κπ Αισθάνομαι πίεση στη δουλειά.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close