πίστη

Μεταφράσεις

πίστη

faith, creed, belief, loyaltyfidofoicredinţăثِقَةvíratroGlaubefeuskovjerafede信念믿음vertrouwentrowiaraвераtroความศรัทธาinançniềm tin信念вяра信念אמונה ('pisti)
ουσιαστικό θηλυκό
1. λατρεία η πίστη στο Θεό
2. αφοσίωση η πίστη σε παραδοσιακές αρχές
3. εμπιστοσύνη η πίστη στις δυνάμεις μου
4. βεβαιότητα, πεποίθηση η πίστη ότι όλοι είναι καλοί
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close