παγκάκι

Μεταφράσεις

παγκάκι

bench (paŋ'gaci)
ουσιαστικό ουδέτερο
κάθισμα για 3-4 άτομα, συνήθως σε δημόσιο χώρο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close