παιδαριώδης

Μεταφράσεις

παιδαριώδης

(peðari'oðis) αρσενικό-θηλυκό

παιδαριώδες

childish, babyinfantile (peðari'oðes) ουδέτερο
επίθετο
ανώριμος παιδαριώδης αντίδραση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close