παλαιοπώλης

(προωθήθηκε από παλαιοπώλισσα)
Μεταφράσεις

παλαιοπώλης

(paleo'polis) αρσενικό

παλαιοπώλισσα

(paleo'polisa) θηλυκό
ουσιαστικό
που έχει παλαιοπωλείο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close